Nostalgic Memories

by eleni birbili
image

στο 21 Οκτωβρίου, 2009 στις 5:28 μμ | ΑπάντησηΕλένη Βουγιουκαλάκη
Καθώς έφευγε το καλοκαίρι

Πριν από καιρό, μου ζητήθηκε από τον Κανάκη να γράψω τι θυμάμαι από το χωριό μου, το Άνω Βαλσαμόνερο του Δήμου Νικηφόρου Φωκά, στην ιστοσελίδα που έχουν δημιουργήσει μια παρέα δραστήριων νέων με πολλά ενδιαφέροντα. Για μεγάλο διάστημα δεν κατάφερνα να συγκροτήσω συγκεκριμένες μνήμες κι έτσι δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ. Ίσως δεν ήμουν σε φάση να το πράξω, καθώς υπήρχαν ακόμη εκκρεμότητες και ενθυμήσεις που πονούσαν. Οι συγγραφείς είναι παράξενα πλάσματα κι έχουν ένα σωρό ιδιοτροπίες.

Τέλος πάντων, καθώς έφευγε το καλοκαίρι αισθάνθηκα ότι έφτασε η ώρα να σας πω τι θυμάμαι, όμως, μην το παίρνετε, παρακαλώ, πολύ τοις μετρητοίς γιατί όπως θα ξέρετε ήδη, η αλήθεια είναι πράγμα σχετικό, όπως γράφω και στο Φθινόπωρο των θαυμάτων, το τελευταίο μου βιβλίο.
Οι μνήμες ξύπνησαν όταν επέστρεψα στο πατρικό μου για έναν δύσκολο αποχαιρετισμό, στον πατέρα μου. Επισκέφτηκα ακόμη δυο φορές το χωριό σε σύντομο χρονικό διάστημα και ανακάλυψα, ότι, παρ’ όλο που βίωνα αυτή την οδυνηρή εμπειρία, αναπάντεχα αναδύονταν μνήμες χαρούμενες, μνήμες της αθωότητας γεμάτες χαρούμενες στιγμές και σκανδαλιές από τα παιδικά μου χρόνια.

Πρώτα πρώτα θυμάμαι τα παιχνίδια στα χωράφια και τις αυλές, τις βόλτες στη φύση, την τόλμη που μας διέκρινε, αν και ήμασταν ακόμη παιδιά. Τα αυτοσχέδια παιχνίδια, τη μετανάστευση των γονιών μας στο Βέλγιο και στη Γερμανία, την επιστροφή τους στην πατρίδα και τα δώρα που κουβαλούσαν μαζί με το κομπόδεμα που θα βοηθούσε την οικογένεια τους.

Θυμάμαι το σχολείο
Πέτρινο, φωτεινό, με μεγάλα παράθυρα, απ’ όπου απολαμβάναμε την άπλετη θέα στη φύση. Το μαυροπίνακα και το χάρτη με τις τέσσερις εποχές, τα θρανία στα οποία στριμωχνόμαστε έξι τάξεις, την υποτυπώδη βιβλιοθήκη απ’ όπου δανείστηκα και διάβασα τα πρώτα εξωσχολικά αναγνώσματα, κυρίως κλασικά παραμύθια. Την ξυλόσομπα που προμηθεύαμε καθημερινά το χειμώνα με ξύλα από το σπίτι, το υπόγειο που ήταν φόβητρο σαν χώρος τιμωρίας και κάποτε υπήρξε τραπεζαρία για το συσσίτιο, με το φαγητό που μαγείρευαν οι μητέρες εναλλάξ στη δεκαετία του ‘60. Το δάσκαλο που άκουγε συνέχεια νουβέλες έχοντας κολλημένο στο αυτί ένα τρανζιστοράκι, επιτρέποντας σε μας να αντιγράφουμε με άνεση. Άλλοτε πάλι, μας έβαζε να μαζεύουμε τις πέτρες από το χωματόδρομο σε απόσταση χιλιομέτρου, ώστε να μην φθείρεται το ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο του, ένα λευκό σκαραβαίο, που προκαλούσε διάφορα σχόλια.

Καμιά φορά, αν είχε κέφια, μας πήγαινε εκδρομή στη Ζάρας τη βρύση κι απολαμβάναμε τη φύση σε όλο της το μεγαλείο.
Την τελευταία τάξη του Δημοτικού την έκανα στο Ρέθυμνο. Καθώς πέρασα στο Γυμνάσιο, κάθε Σάββατο επέστρεφα στο χωριό κι από Δευτέρα πρωί κατέβαινα ποδαρόδρομο μέχρι τον Άγιο Ανδρέα, μαζί με άλλους συμμαθητές, για να πάρουμε το λεωφορείο μέχρι το Ρέθυμνο. Εκεί σε μια φτωχική κάμαρα ζούσα τις μέρες που πήγαινα σχολείο. Σηκωνόμασταν αξημέρωτα και ξεκινούσαμε όλοι μαζί παρέα. Στο δρόμο συζητούσαμε και αστειευόμασταν. Το ίδιο σκηνικό επικρατούσε και το Σάββατο στην επιστροφή, μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση, νιώθαμε εξουθενωμένοι από τα μαθήματα, αλλά και τον ανήφορο μέχρι να φανούν τα πρώτα σπίτια του Βαλσαμόνερου. Αναπτύχθηκαν πιστές φιλίες εκείνα τα χρόνια και τις θυμάμαι πάντα με νοσταλγία.

Θυμάμαι τα Χριστούγεννα
Στολίζαμε ένα κλαδί κυπαρισσιού με κούμαρα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο από τσιγαρόκουτα, που μας φαινόταν εκτυφλωτικό. Την παραμονή ξεκινούσαμε για τα κάλαντα και δεχόμασταν κάθε λογής δώρα, ακόμη και λάδι στο δοχείο που κουβαλούσαμε και το οποίο πουλούσαμε στη συνέχεια σ’ έναν περιπλανώμενο πραματευτή προκειμένου ν’ αγοράσουμε λιχουδιές. Δεχόμασταν, πάντως με την ίδια ευχαρίστηση αυγά, παξιμάδια και καραμέλες, ενώ οι συγγενείς και οι νονοί μας φιλοδωρούσαν με χρήματα.
Δε γίνεται να παραλείψω τα καρναβάλια. Ντυνόμασταν όλα τα παιδιά με ότι ρούχα μπορούσαμε να βρούμε στο σπίτι. Τα δανειζόμασταν κυρίως από τους ηλικιωμένους, παππούδες και γιαγιάδες και γινόμασταν αγνώριστοι συμμετέχοντας σ’ ένα σωρό φάρσες.

Το Πάσχα καθαρίζαμε σχολαστικά την εκκλησία, μαζεύαμε από τους αγρούς λουλούδια και στολίζαμε τον επιτάφιο μεγαλοπρεπώς, ακολουθώντας στη συνέχεια την περιφορά στο χωριό, με τις λιτές λαμπάδες να φωτίζουν το δρόμο μας, λόγω έλλειψης ηλεκτρικού. Την ημέρα της Ανάστασης όλα έπαιρναν εξωπραγματικές διαστάσεις. Η λειτουργία, η νηστεία και η σοκαριστική μυρωδιά των φρεσκοψημένων κουλουριών και των τσουρεκιών που μας περίμεναν στα κοφίνια να τα απολαύσουμε αμέσως μετά, όλα αυτά, μας κρατούσαν με κομμένη την ανάσα.

Θυμάμαι χειμώνες ν’ ανοίγουμε δρόμο στα χιόνια για να εκκλησιαστούμε στον Άγιο Αντώνιο, απολαμβάνοντας τις ψαλμωδίες του καλλίφωνου ιερέα κι ύστερα να επιστρέφουμε κρατώντας στα χέρια ένα κομμάτι πεντανόστιμου άρτου προσφορά από κάποιο τάμα. Εικόνες μαγικές έχω και από το μοναδικό λιοτρίβι του χωριού. Με βλέπω καθισμένη πάνω από τη στέρνα με το φρέσκο λάδι που έβγαζαν οι μηχανές να βουτώ μια φέτα ψωμί κι έχω ακόμη την υπέροχη γεύση του στο στόμα. Επικρατούσε πανζουρλισμός. Από τη μια ο θόρυβος των μηχανών κι από την άλλη ο κόσμος που πηγαινοερχόταν στο εργοστάσιο. Άλλοι για να παραδώσουν τη σοδιά κι άλλοι για να την παραλάβουν, να τη ζυγίσουν και να τροφοδοτήσουν τα μηχανήματα.

Τα καλοκαίρια η μνήμη αναβιώνει τις εργασίες στα χωράφια, το θέρος και το αλώνισμα. Μικρά παιδιά καθισμένα στο βολόσυρο που έσερνε κάποιο ζώο παρασέρνοντας μας γύρω από το αλώνι. Εκείνη την εποχή γλεντούσαμε την πρόωρη ωρίμανση μας, βοηθώντας τους γονείς στις αγροτικές εργασίες. Αργότερα, εμφανίστηκε και η πρώτη αλωνιστική μηχανή που μας απάλλαξε από τον κόπο και χάσαμε την ευκαιρία μιας τέτοιας εμπειρίας. Στο εξής, συγκεντρώναμε τα δεμάτια λίγο έξω από το χωριό κι άρχισε ένα τρελό πανηγύρι. Τα ζώα κουβαλούσαν ασταμάτητα δεμάτια στις θυμωνιές και η μηχανή δούλευε νυχθημερόν. Η κοινωνικότητα που δημιουργούνταν ανάμεσα στους χωριανούς βοηθούσε στην ομαλή εξέλιξη αυτής της επίπονης διαδικασίας.

Στον τρύγο επαναλαμβανόταν ανάλογη σύμπνοια. Το ίδιο και στα πατητήρια για το πάτημα των σταφυλιών με τις σφήκες να απειλούν σοβαρά την ακεραιότητα μας κι αργότερα στην παραγωγή της τσικουδιάς, στα καζάνια, όπου στηνόταν μεγάλο φαγοπότι και οι άνθρωποι αντάλλασαν αστεία και πειράγματα με τα παιδιά ακούραστους παρατηρητές.

Η αποθέωση του καλοκαιριού έφθανε το Δεκαπενταύγουστο με το πανηγύρι. Τα καφενεία είχαν προετοιμαστεί για το γλέντι και την παραμονή κατέφθαναν σπουδαίοι λυράρηδες κλεισμένοι από καιρό για να διασκεδάσουν τον κόσμο που κατέφθανε από νωρίς. Σε κάθε καφενείο είχαν στρωθεί τραπέζια κι είχαν ετοιμαστεί μεζέδες και κεράσματα για τους παρευρισκόμενους που κάτι τέτοιες μέρες εγκατέλειπαν τις πόλεις αναζητώντας την ξεγνοιασιά στα χωριά τους.

Θυμάμαι την Πέρα βρύση. Εκεί μαζεύονταν οι γυναίκες για να πλύνουν τα ρούχα τους και να κουβεντιάσουν τα δικά τους. Μου άρεσε να τις ακούω και πάντα εύρισκα μερικά ρούχα που τάχα ήθελαν πλύσιμο για να βρεθώ ανάμεσα τους.

Θυμάμαι την γιορτή του Αγίου Γεωργίου και την κουρά των προβάτων, την επεξεργασία και βαφή του μαλλιού στη συνέχεια, ώστε να γίνει υφάδι στα χέρια επιδέξιων υφαντριών που διέθεταν αργαλειούς και δημιουργούσαν αληθινά αριστουργήματα.

Κατόπιν έφθασε εκείνη η ξεχωριστή μέρα που απολαύσαμε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα σπίτια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή φωτίζονταν από λάμπες πετρελαίου και λυχνάρια και τους δρόμους που ως τότε ήταν θεοσκότεινοι. Θυμάμαι το συγκλονισμό που έπαθα τη στιγμή της φωταγωγίας. Ήταν μια αποκάλυψη για τους περισσότερους. Στο εξής, μπορούσαμε να επιμηκύνουμε το χρόνο του παιχνιδιού, ενώ οι μεγάλοι περνούσαν τα βράδια τους βεγγερίζοντας μέχρι αργά. Έτσι, όλοι είχαν ένα λόγο να είναι χαρούμενοι.

Σύντομα γευτήκαμε την πολυτέλεια του παγωτού, αφού προμηθευτήκαμε το πρώτο ψυγείο στο καφενείο που διατηρούσε ο πατέρας μου. Μια φορά την εβδομάδα συγκεντρωνόταν όπου υπήρχε δέκτης, για να παρακολουθήσουν το σίριαλ με τον τίτλο «Ο Παράξενος ταξιδιώτης» που καθήλωνε τον κόσμο στις οθόνες των πρώτων τηλεοράσεων κι έβλεπες ουρές έξω από το κάθε καφενείο να παρακολουθούν τη δράση με κομμένη την ανάσα. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας. Κατόπιν, οι γυναίκες και τα παιδιά αποχωρούσαν κι έμεναν οι άντρες για να παίξουν κολτσίνα και τάβλι και να συζητήσουν για την πολιτική και τα προβλήματα τους.

Η ζωή στα επόμενα χρόνια άλλαξε δραματικά.
Αραίωσαν οι βεγγέρες και ο κόσμος έμενε περισσότερες ώρες στο σπίτι, μόλις αποκτούσε δική του συσκευή, έτσι άρχισε να αποξενώνεται. Όμως δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει η τεχνολογική εξέλιξη, χάρη στην οποία μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε τα όρια του κόσμου, πέρα από τη μικρή κοινωνία του χωριού. Τα όνειρα μας διευρύνθηκαν και το μυαλό οξύνθηκε. Δεν γινόταν αλλιώς, παρά να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα.
Όλα δεν ήταν ρόδινα, ασφαλώς, ούτε στις σχέσεις των
ανθρώπων, ούτε στις συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο, παρέλειψα εσκεμμένα να αναφερθώ στα άσχημα, επειδή ο χρόνος γιατρεύει πληγές κι επειδή θέλω να διασώσω μέσα μου εκείνη την άγια νοσταλγία που μας κάνει να ονειρευόμαστε και αποτελεί πραγματικό καταφύγιο, ιδίως για όσους έχουν ξενιτευτεί.

Κάποιοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ τον τόπο τους, άλλοι φύγαμε μακριά και κάναμε οικογένεια σε άλλους τόπους, όμως τα πρώτα βιώματα στο χωριό θα μας ακολουθούν πάντα, γιατί αποτελούν τα πολύτιμα χρόνια της αθωότητας, πάνω στα οποία στηρίζεται η ζωή του κάθε ανθρώπου. Αυτά καθορίζουν την πορεία και το μέλλον του.

Ελένη Μπιρμπίλη